Του Γιώργου Παυλόπουλου
Η αποχαιρετιστήρια (εκτός απροόπτου...) επίσκεψη του Μπαράκ Ομπάμα στην Ευρώπη ως προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, το περασμένο Σαββατοκύριακο, δεν έφερε εντυπωσιακά αποτελέσματα. Άλλωστε, δεν είχε τέτοιο στόχο, εκτός ίσως από την άσκηση πίεσης προς τους Βρετανούς προκειμένου να ψηφίσουν υπέρ της παραμονής της χώρας τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση στο δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου, καθώς η υπερδύναμη εκτιμά πως η Γηραιά Αλβιόνα τής είναι πολύ πιο χρήσιμη και αξιοποιήσιμη εντός της Ε.Ε. παρά εκτός. Οι Ευρωπαίοι, ωστόσο, είχαν ακόμη μια ευκαιρία να διαπιστώσουν ότι μετά την αποχώρηση του Ομπάμα από τον Λευκό Οίκο, στις αρχές του 2017, θα βρουν απέναντί τους έναν (ή μία) ηγέτη πολύ λιγότερο συγκαταβατικό και διαλλακτικό όσον αφορά τα εσωτερικά τους προβλήματα και τις επιπτώσεις που έχουν στις διμερείς σχέσεις και τις εξελίξεις στα μεγάλα μέτωπα που υπάρχουν στον πλανήτη. Πλέον, είτε με τη Χίλαρι Κλίντον είτε (ακόμη χειρότερα) με τον Ντόναλντ Τραμπ στο τιμόνι τους, οι Αμερικανοί θα τείνουν πολύ πιο σπάνια ευήκοον ους στους Ευρωπαίους, τόσο σε επίπεδο οικονομίας όσο και γεωπολιτικής.
Είναι γεγονός ότι οι ΗΠΑ θα έκαναν τα πάντα ώστε ο ηγεμονικός τους ρόλος να μην αμφισβητηθεί ούτε από την Ευρώπη ούτε από κανέναν άλλο -κάτι που, πολύ απλά, σημαίνει πως δεν θα επέτρεπε στην Ε.Ε. να ισχυροποιηθεί σε βαθμό που να μπορεί να την κοιτάξει στα μάτια. Παράλληλα, βεβαίως, δεν επιθυμούν την επιστροφή στην εποχή που ο Χένρι Κίσινγκερ που αναρωτιόταν ποιον θα έπρεπε να... πάρει τηλέφωνο στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, προκειμένου να συνεννοηθεί για ένα σημαντικό ζήτημα. Ενώ, όμως, δεν έχουν κανένα λόγο να ανησυχούν για το πρώτο, δηλαδή την ύπαρξη μιας Ευρώπης που θα διεκδικεί τον ρόλο του αντίπαλου δέους, δεν συμβαίνει το ίδιο και με το δεύτερο.
Το γιατί είναι περίπου προφανές: Τα διαλυτικά φαινόμενα που εκδηλώνονται στις τάξεις της «Ενωμένης Ευρώπης» και πληθαίνουν διαρκώς ενισχύουν τις ανισορροπίες σε ένα ούτως ή άλλως ασταθές και εξαιρετικά επικίνδυνο διεθνές περιβάλλον, στο οποίο η έκρηξη μπορεί να σημειωθεί ανά πάσα στιγμή. Και τότε, οι Αμερικανοί γνωρίζουν (και φοβούνται) ότι θα δεν μπορούν να σφυρίξουν αδιάφορα...
Μάχη ως την κάλπη
Το Brexit κρίνει πολλά για το μέλλον της «Ενωμένης Ευρώπης»
«Ελπίζω ότι τα όσα είπα θα έχουν κάποια επίπτωση στον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται οι ψηφοφόροι», δήλωσε ο Μπαράκ Ομπάμα την Κυριακή από το Λονδίνο, όπου κάλεσε τους Βρετανούς και ειδικά τη νεολαία να ψηφίσουν υπέρ της παραμονής της χώρας τους στην Ε.Ε. «Οι φυσιολογικοί ψηφοφόροι θεωρώ ότι θα ήθελαν να ακούσουν τι έχει να πει ο πρόεδρος των ΗΠΑ, ο οποίος αγαπά τον βρετανικό λαό και νοιάζεται βαθιά γι' αυτή τη σχέση», πρόσθεσε ο Ομπάμα.
Οι πρώτες ενδείξεις, ωστόσο, είναι ότι με την παρέμβασή του πέτυχε το ακριβώς αντίθετο σε σχέση με ό,τι επεδίωκε. Συγκεκριμένα, ενώ εδώ και μερικές ημέρες το «ναι» έδειχνε να ανακάμπτει και να αποκτά δυναμική και σημαντικό προβάδισμα, οι δύο τελευταίες δημοσκοπήσεις αποτύπωσαν άνοδο και προβάδισμα, έστω και οριακό, για το στρατόπεδο του «όχι». Έτσι, φάνηκε να δικαιώνεται το στρατόπεδο των ευρωσκεπτικιστών που επιχείρησε εξαρχής να μετατρέψει σε μπούμερανγκ την επίσκεψη Ομπάμα και την ανοιχτή στήριξή του στην εκστρατεία του Ντέιβιντ Κάμερον, κάνοντας λόγο για απαράδεκτη παρέμβαση στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις και τραβώντας το χαρτί του «πατριωτισμού».
Είναι γεγονός, άλλωστε, ότι μέχρι στιγμής δεν έχουν αποδώσει τους αναμενόμενους καρπούς ούτε η συστηματική κινδυνολογία ούτε οι καταιγιστικές προειδοποιήσεις διεθνών οργανισμών, ξένων ηγετών και έγκυρων αναλυτών για τις αρνητικές επιπτώσεις που θα έχει ενδεχόμενο Brexit. Χθες, τη σκυτάλη πήρε ο ΟΟΣΑ, δίνοντας στη δημοσιότητα έκθεση με βάση την οποία, το 2020, το ΑΕΠ της Βρετανίας θα είναι μικρότερο κατά 3%, εάν η χώρα βγει από την Ε.Ε. σε σύγκριση με τα επίπεδα που θα βρίσκεται εάν παραμείνει μέλος. Μάλιστα, ο γενικός γραμματέας του διεθνούς οργανισμού, Άνχελ Γκουρία, εκτίμησε πως οι απώλειες για κάθε Βρετανό μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια θα αντιστοιχούν στο ύψος ενός μηνιαίου μισθού -ποσό, όμως, που μάλλον δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανό να αλλάξει γνώμη σε όσους προτίθενται να ψηφίσουν «όχι».
Σε κάθε περίπτωση, όλα συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι η αναμέτρηση της 23ης Ιουνίου -αναμφίβολα, μια από τις πιο κρίσιμες και καθοριστικές για το μέλλον της Ε.Ε.- θα παραμείνει αμφίρροπη ως το τέλος και δεν αποκλείεται να κριθεί στις λεπτομέρειες (θετικές και αρνητικές) και το... φώτο-φίνις. Οι αναποφάσιστοι, άλλωστε, παραμένουν εκατομμύρια και η βρετανική νεολαία δεν φαίνεται να εμπνέεται μέχρι στιγμής με τα επιχειρήματα κανενός από τα δύο στρατόπεδα.
Καυτός πολιτικός Ιούνιος
Σχεδόν βέβαιη θεωρείται η νέα προσφυγή στις κάλπες για τους Ισπανούς, μετά την αποτυχία όλων των διαπραγματεύσεων για σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού. Καθώς τυπικά η προθεσμία εκπνέει τη Δευτέρα, 2 Μαΐου, ο βασιλιάς δεν έκανε καν τον κόπο να δώσει την εντιολή σε κάποιον άλλο αρχηγό κόμματος, θεωρώντας προφανώς ότι κάτι τέτοιο θα ήταν χαμένος κόπος και χρόνος. Με βάση λοιπόν και τις συνταγματικές προθεσμίες, το πιθανότερο σενάριο είναι οι κάλπες να στηθούν την Κυριακή 26 Ιουνίου -δηλαδή, μόλις τρεις μέρες μετά το δημοψήφισμα που θα διεξαχθεί στη Βρετανία για το Brexit, την Πέμπτη 23 του ίδιου μήνα.
Έτσι, καθώς και η Ιρλανδία παραμένει με υπηρεσιακή κυβέρνηση, η Πορτογαλία απειλείται με έκτακτα μέτρα και κυρώσεις εάν δεν μειώσει τις δαπάνες, στην Αυστρία η Ακροδεξιά διεκδικεί την προεδρία στον δεύτερο γύρο της 22ας Μαΐου και το ελληνικό ζήτημα έρχεται ξανά στο προσκήνιο, το επόμενο δίμηνο θεωρείται εξαιρετικά κρίσιμο για την Ευρώπη. Ειδικά ο Ιούνιος θα είναι κυριολεκτικά «καυτός» πολιτικά.
ΑΚΡΟΔΕΞΙΟΣ... ΧΙΟΝΙΑΣ!
Σοκ και δέος στην Αυστρία
Το σοκ που προκάλεσε στην Ευρώπη το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών στην Αυστρία, οι οποίες διεξήχθησαν την περασμένη Κυριακή, σε καμία περίπτωση δεν αποτέλεσε κεραυνό εν αιθρία. Είναι, ουσιαστικά, η φυσική συνέχεια του ακροδεξιού κύματος που σαρώνει εδώ και καιρό και απ' άκρου εις άκρον τη Γηραιά Ήπειρο και λογική συνέπεια της ακραία συντηρητικής και δεξιάς στροφής που έχουν πραγματοποιήσει οι κυβερνήσεις αρκετών χωρών -της Αυστρίας συμπεριλαμβανομένης- με αφορμή είτε το προσφυγικό, είτε την τρομοκρατία, είτε και τα δύο.
Πλέον, η εντυπωσιακή πρωτιά την οποία κατέκτησε ο εκλεκτός του Κόμματος Ελευθερίας, Νόρμπερτ Χόφερ -με ποσοστό άνω του 35% και σχεδόν διπλάσιο του αντιπάλου του και υποψηφίου των Πρασίνων- του δίνει σοβαρότατες πιθανότητες να αναδειχθεί νικητής και στον δεύτερο γύρο της 22ας Μαΐου, κάτι που θα οδηγήσει στην ορκωμοσία ενός ακροδεξιού σε κορυφαίο πολιτειακό αξίωμα στην Ευρώπη για πρώτη φορά μετά την ήττα του ναζισμού και το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Ακόμη, όμως, κι αν αυτό το σενάριο αποτραπεί τελικώς, με τη συσπείρωση όλων των δυνάμεων του «δημοκρατικού τόξου», είναι σαφές ότι ένα μεγάλο και επικίνδυνο ρήγμα θα έχει προκληθεί στο πολιτικό σκηνικό.
Κάτι ανάλογο και σε μεγαλύτερη έκταση θα συμβεί και στη Γαλλία, στις προεδρικές εκλογές που θα γίνουν την άνοιξη του 2017. Εκεί όπου η Μαρίν Λεπέν είναι πολύ πιθανό να βρει στην κορυφή στον πρώτο γύρο και να χάσει την προεδρία στον δεύτερο, έχοντας όμως σφραγίσει ανεξίτηλα την Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία και τις μετέπειτα εξελίξεις, ειδικά εάν συγκεντρώσει ποσοστό παραπλήσιο με αυτό του Χόφερ. Η επικεφαλής του Εθνικού Μετώπου εκτιμά ότι οι πιθανότητές της αυξάνονται στην περίπτωση που θριαμβεύσει το Brexit και γι' αυτό διέρρευσε ότι θα μεταβεί στη Βρετανία στα τέλη Μαΐου ή τις αρχές Ιουνίου, προκειμένου να ενισχύσει την καμπάνια υπέρ του «όχι».
Άλλωστε, η ίδια έχει ταχθεί υπέρ της διεξαγωγής ανάλογου δημοψηφίσματος στη Γαλλία, ενώ ανάλογα αιτήματα διατυπώνονται ήδη και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Όπως, για παράδειγμα, στη Δανία, όπου το ακροδεξιό Λαϊκό Κόμμα που στηρίζει την κυβέρνηση (έχει 37 έδρες στην 179μελή Βουλή) πιέζει ήδη προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ παρόμοια στάση κρατούν και οι όμορες δυνάμεις στις γειτονικές Φινλανδία και Σουηδία, αλλά και σε άλλες χώρες της ανατολικής και της νότιας Ευρώπης. Οι αναταράξεις συνεχίζονται και ενισχύονται, λαμβάνοντας χαρακτήρα τρικυμίας.
Η ΚΡΙΣΗ ΕΠΙΜΕΝΕΙ...
Ο Ντράγκι στο απόσπασμα, η οικονομία στην εντατική
Η κλήση σε... απολογία του Μάριο Ντράγκι ενώπιον της γερμανικής Βουλής, με πρωτοβουλία των συγκυβερνώντων Σοσιαλδημοκρατών, δεν εποτελεί παρά το αποκορύφωμα (για την ώρα) της ανοιχτής σύγκρουσης που έχει ξεσπάσει ανάμεσα στο Βερολίνο και την πλειοψηφία των ηγετικών στελεχών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για την ακολουθούμενη νομισματική και, κατ' επέκταση, οικονομική πολιτική. Μιας σύγκρουσης στην οποία πρωταγωνιστής είναι, για ακόμη μια φορά, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος, με τα όσα έχει πει και έχει κάνει, φαίνεται πλέον πως «κλειδώνει» μια περίοπτη θέση στην ευρωπαϊκή ιστορία -ως ο πολιτικός που είτε θα έχει επιβάλει και κατοχυρώσει τη «γερμανοποίηση» της Ε.Ε. και κυρίως της Ευρωζώνης είτε, αντιθέτως, θα έχει συμβάλει αποφασιστικά στη διάλυσή τους.
Απολογία
«Το SPD επιμένει ότι οφείλουμε άμεσα να συναντηθούμε με τον κ. Ντράγκι. Η εντύπωση που έχει δημιουργηθεί ότι η Γερμανία αμφισβητεί την ανεξαρτησία της ΕΚΤ πρέπει να διαλυθεί», δήλωσε ο Άξελ Σέφερ, κορυφαίο στέλεχος του κόμματος, αιτιολογώντας την πρότασή του για πρόσκληση προς τον Ντράγκι -ο οποίος την Τρίτη μετέβη εσπευσμένα στο Παρίσι, για να ζητήσει στήριξη από τον Φρανσουά Ολάντ. Από την πλευρά της, η καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ επέλεξε να τηρήσει ίσες αποστάσεις και ισορροπίες. Αν και διαβεβαίωσε πως η Γερμανία και η κυβέρνησή της στηρίζουν πλήρως και ανεπιφύλακτα την ανεξαρτησία της ΕΚΤ, παράλληλα ισχυρίστηκε πως η άσκηση κριτικής στην πολιτική της είναι καθ' όλα νόμιμη και δικαιολογημένη.
Η ουσία, σε κάθε περίπτωση, δεν αλλάζει. Η οικονομική κρίση και δυσπραγία όχι απλώς επιμένει, αλλά έχει φτάσει να απειλεί άμεσα χώρες που ανήκουν στον σκληρό πυρήνα της Ε.Ε. και του ευρώ, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, απειλώντας ευθέως την ίδια την ύπαρξή τους. Πάνω δε σε αυτόν τον καμβά, οξύνεται η αντιπαράθεση για την πολιτική που πρέπει να εφαρμοστεί και την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθηθεί. Η Φρανκφούρτη είναι φανερό πως έχει επιλέξει τον ίδιο δρόμο με τις άλλες δύο παραδοσιακές μητροπόλεις του καπιταλισμού, ΗΠΑ και Ιαπωνία: τη μαζική εκτύπωση φτηνού χρήματος, με το οποίο κάνει διαρκώς ενέσεις ρευστότητας και... αδρεναλίνης στις αγορές. Ωστόσο, είναι σαφές ότι δεν μπορεί να προβλέψει εάν η κατάληξη θα φέρει τη σφραγίδα του Χόλιγουντ -δηλαδή της ανάκαμψης- ή των Σαμουράι -δηλαδή της διαρκούς και ανακυκλούμενης ύφεσης.
Μαζί ή μόνοι;
Από την πλευρά του, το Βερολίνο μοιάζει να έχει καταλήξει ότι η ΕΚΤ οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια την Ευρώπη στον δεύτερο δρόμο, κάτι που θα έχει ανυπολόγιστες συνέπειες.
Έτσι, με όπλο μια οικονομία που έχει γίνει πανίσχυρη «αφαιμάζοντας» τους εταίρους της και καταστρατηγώντας κανόνες και συνθήκες και με αρχιστράτηγο τον Σόιμπλε, ακολουθεί σκληρή γραμμή, η οποία μπορεί να συμπυκνωθεί στο παρακάτω σχήμα: Όσοι δεν αντέξουν (δηλαδή οι περισσότεροι) είτε θα μετατραπούν σε υποτελείς αποικίες χρέους με ελάχιστα δικαιώματα είτε, για καθαρά πολιτικούς λόγους, θα διατηρήσουν μια σχέση η οποία μόνο τυπικά θα είναι ισότιμη, αφού στην ουσία θα έχουν πέσει κατηγορία.
Βεβαίως, το ρίσκο είναι μεγάλο, καθώς οι πιθανότητες κάποιοι να επιλέξουν την έξοδο αυξάνονται. Όμως αυτό δεν φαίνεται να ακυρώνει τα σχέδια του Σόιμπλε και όσων τον υποστηρίζουν, οι οποίοι μάλλον προτιμούν μια μικρότερη, πιο ενωμένη, ισχυρή και φυσικά ελεγχόμενη Ε.Ε. και Ευρωζώνη από τη σημερινή Βαβέλ. Θα επιβάλουν, άραγε, ολοκληρωτικά την άποψή τους. Σχετικά σύντομα θα το γνωρίζουμε...

