Η Barbie είναι η πιο διάσημη κούκλα του κόσμου, με πωλήσεις που ξεπερνούν το 1 δισεκατομμύριο τεμάχια από το 1959 που πρωτοκυκλοφόρησε από την αμερικανική εταιρεία παιγνιδιών Mattel.
Η ιστορία της Μπάρμπι ξεκινά στα μέσα της δεκαετίας του ‘50 στις ΗΠΑ, όταν η αμερικανίδα επιχειρηματίας Ρουθ Χάντλερ (1916-2002) παρατήρησε ότι η κόρη της Μπάρμπαρα έπαιζε με χάρτινες κούκλες και διασκέδαζε δίνοντάς τους ρόλους ενήλικων γυναικών, σε μία εποχή που οι κούκλες αναπαριστούσαν μόνο μορφές νηπίων. Έτσι, της δημιουργήθηκε η ιδέα για την κατασκευή μιας ενήλικης κούκλας, που θα κάλυπτε ένα κενό στην αγορά. Η ιδέα της άρεσε στον σύζυγό της Έλιοτ, συνιδρυτή της εταιρείας παιγνιδιών Ματέλ.
Η αφορμή για την κατασκευή της Μπάρμπι δόθηκε το 1956, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού της στην Ευρώπη. Η Ρουθ Χάντλερ ανακάλυψε στη Γερμανία μία ενήλικη κούκλα με το όνομα Μπιλντ Λίλι (Bild Lilli) και ήταν ό,τι ακριβώς ζητούσε για τη δική της δημιουργία. Αγόρασε τρία κομμάτια. Το ένα το χάρισε στην κόρη της και τα άλλα δύο πήγαν κατευθείαν στο δημιουργικό τμήμα της Ματέλ. Η γερμανίδα Λίλι βασιζόταν σ’ ένα δημοφιλή χαρακτήρα κόμικς, που είχε σχεδιάσει ο Ράινχαρντ Μπόιτιν για τη μεγάλης κυκλοφορίας λαϊκή εφημερίδα Μπιλντ (Bild). Η Λίλι κυκλοφόρησε ως κούκλα για ενήλικες το 1955, αλλά γνώρισε μεγάλη επιτυχία μεταξύ των νεαρών κοριτσιών.
Με την επιστροφή της στις ΗΠΑ, η Χάντλερ στρώθηκε στη δουλειά και ξανασχεδίασε την κούκλα, με την καθοριστική συμβολή του μηχανικού Τζακ Ράιαν (1926-1991), που δούλευε στην κατασκευή οπλικών συστημάτων για λογαριασμό του Πενταγώνου. Η νέα κούκλα με το όνομα Μπάρμπι (χαϊδευτικό της κόρης της Μπάρμπαρα) έκανε την παρθενική της εμφάνιση στη Διεθνή Έκθεση Παιγνιδιών της Νέας Υόρκης στις 9 Μαρτίου 1959. Αυτή θεωρείται και η επίσημη ημερομηνία γέννησης της Μπάρμπι.
Το 1964, όταν η νέα κούκλα είχε παγιώσει τη θέση της στην αγορά, η Ματέλ εξαγόρασε τα δικαιώματα της γερμανίδας Λίλι και σταμάτησε την κατασκευή της, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στην Μπάρμπι. Γύρω από την Μπάρμπι στήθηκε από την αρχή σχεδόν της κυκλοφορίας της μία ολόκληρη βιομηχανία, που απέφερε πακτωλό χρημάτων στη Ματέλ: ποικιλία ρούχων και αξεσουάρ για την κούκλα, κούκλες με φίλους και φίλες της Μπάρμπι, βιβλία, ταινίες και βιντεοπαιχνίδια με ηρωίδα την Μπάρμπι.
Από τη δεκαετία του ‘70 η Μπάρμπι άρχισε να διεθνοποιείται και να κατακτά τον κόσμο. Η Ματέλ παρουσίασε τη Μαύρη Μπάρμπι, την Ισπανόφωνη Μπάρμπι, την Ανατολίτισσα Μπάρμπι κ.ο.κ. Όμως, ο ανεξάρτητος χαρακτήρας της προκάλεσε τις συντηρητικές ισλαμικές κοινωνίες. Το 2003 η Σαουδική Αραβία χαρακτήρισε την εικόνα της Μπάρμπι «προσβλητική» για το Ισλάμ και απαγόρευσε την κυκλοφορία της. Ακολούθησαν κι άλλες συντηρητικές μουσουλμανικές χώρες. Πάντως, οι χώρες αυτές δεν έμειναν χωρίς την Μπάρμπι τους. Ένα πιστό αντίγραφό της κυκλοφορεί και γίνεται ανάρπαστο από τον κοριτσόκοσμο. Ονομάζεται Φούλα και είναι ντυμένη με ό,τι επιτάσσει το Ισλάμ (μαντήλα, μπούργκα και τα συναφή).
Το πλήρες όνομα της Μπάρμπι είναι Μπάρμπαρα Μίλισεντ Ρόμπερτς, σύμφωνα με τους βιογράφους της και τα αναρίθμητα βιβλία με ιστορίες της που έχουν κυκλοφορήσει. Οι γονείς της είναι ο Τζορτζ και η Μάργκαρετ Ρόμπερτς και κατάγεται από την πόλη Γουίλοους του Γουινσκόνσιν. Είναι απόφοιτος Λυκείου κι έχει μία χαλαρή ερωτική σχέση με τον νεαρό Κεν Κάρσον, που εμφανίστηκε ως κούκλα το 1961 και το μικρό του όνομα είναι δανεισμένο από τον γιο της οικογένειας Χάντλερ. Η Μπάρμπι είναι αρκετά ευκατάστατη. Στο σπίτι της έχει γύρω στα 40 ζώα (κατοικίδια και μη) και διαθέτει μία σειρά από ακριβά αυτοκίνητα. Έχει άδεια για κάθε κινούμενο όχημα και μπορεί με την ίδια άνεση να πιλοτάρει αυτοκίνητο, αεροπλάνο και διαστημόπλοιο. Όταν, όμως, η περίσταση το απαιτεί, εκτελεί και καθήκοντα αεροσυνοδού. Στόχος της Ματέλ είναι να δείξει ότι οι γυναίκες μπορούν να τα καταφέρουν σε κάθε τομέα της ζωής.
- Ή ίστορία τής Ίντερ -

Ποδοσφαιρική ομάδα της Ιταλίας με έδρα το Μιλάνο. Η Ίντερ είναι μία από τις κορυφαίες δυνάμεις του ιταλικού ποδοσφαίρου, με διεθνείς περγαμηνές. Είναι γνωστή στους ποδοσφαιρόφιλους και με το προσωνύμιο Νερατζούρι (Μαυρογαλάζιοι), εξαιτίας των χρωμάτων της εμφάνισής της, που είναι το γαλάζιο και το μαύρο.
Η Ίντερ είναι γέννημα εκ της σαρκός της Μίλαν. Στις 9 Μαρτίου 1908 μία ομάδα παραγόντων, υπό τον ελληνοβενετσιάνο επιχειρηματία Ιωάννη Παραμυθιώτη, αποχώρησε από την ομάδα και ίδρυσε την Ιντερνατσιονάλε (Διεθνής), όπως είναι το πλήρες όνομα της Ίντερ. Ο Παραμυθιώτης και οι συν αυτώ πίστευαν ότι η Μίλαν είχε πολλούς Ιταλούς στις τάξεις της και θέλησαν να δημιουργήσουν μία ομάδα με διεθνή χαρακτήρα, εξ ου και το όνομά της. Έκτοτε, το ποδοσφαιρικό Μιλάνο ζει και αναπνέει για τις κόντρες των δύο αιωνίων αντιπάλων της πόλης.
Ιστορικά, η Ίντερ υποστηρίζεται από τους εύπορη και τη μεσαία τάξη του Μιλάνου, ενώ η Μίλαν από τα εργατικά στρώματα και τα συνδικάτα της μεγαλούπολης του βορρά, που θεωρείται το οικονομικό κέντρο της Ιταλίας. Η διαίρεση αυτή δεν αντανακλάται σε διοικητικό επίπεδο τα τελευταία χρόνια, καθώς η Ίντερ ελέγχεται από το κεντροαριστερό πετρελαιοβιομήχανο Μάσιμο Μοράτι και η Μίλαν από τον συντηρητικό βαρόνο των μίντια και πολιτικό Σίλβιο Μπερλουσκόνι.
Η χρυσή περίοδος της Ίντερ είναι η δεκαετία του '60, με προπονητή τον θρυλικό Ελένιο Ερέρα, λάτρη των αμυντικών συστημάτων και δημιουργό του «κατενάτσιο». Η μεγάλη Ίντερ εκείνης της εποχής κατέκτησε δύο Κύπελλα Πρωταθλητριών, δύο διηπειρωτικά και τρία πρωταθλήματα Ιταλίας.
Την διετία 2008-2010 επανανήλθε στο διεθνές προσκήνιο, όταν με προπονητή τον Ζοζέ Μουρίνιο κατέκτησε το τρίτο της Τσάμπιονς Λιγκ (πρώην Πρωταθλητριών)
Από τις τάξεις της έχουν περάσει σπουδαία ονόματα του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, όπως οι Φοσάτι, Μεάτσα, Ματσόλα, Φακέτι, Κόρσο, Μπονινσένια, Μπούρνιτς, Πασαρέλα, Ταρντέλι, Αλτομπέλι, Μπάτζιο, Μπατιστούτα, Μπέργκομι, Ζένγκα, Μπλαν, Μπέργκαμπ, Πάουλο Σόουζα, Μπαρέζι, Σιμεόνε, Ρουμενίγκε, Μπρέμε, Ματέους, Ρονάλντο, Ρομπέρτο Κάρλος και οι σύγχρονοι Ζανέτι, Αντριάνο, Ιμπραήμοβιτς, Κρέσπο, Ματεράτσι και Φίγκο.
Τη φανέλα της Ίντερ έχουν φορέσει και τρεις έλληνες ποδοσφαιριστές: Ο Γρηγόρης Γεωργάτος τις περιόδους 1999-2000 και 2001-2002 (38 αγώνες - 3 γκολ), ο Γιώργος Καραγκούνης από το 2003 έως το 2005 (32 παιγνίδια - 3 γκολ) και ο Λάμπρος Χούτος από το 2004, αγωνιζόμενος είτε ως αναπληρωματικός είτε ως δανεικός σε άλλες ομάδες.
Η Ίντερ υπερηφανεύεται ότι είναι η μοναδική ομάδα στην Ιταλία που δεν έχει υποβιβασθεί ποτέ στη δεύτερη κατηγορία της Ιταλίας. Πλούσια είναι και η τροπαιοθήκη της. Στο Μεάτσα φιγουράρουν 3 Κύπελλα Πρωταθλητριών Ευρώπης (1964, 1965, 2010), 3 Κύπελλα ΟΥΕΦΑ (1991,1994, 1998), 2 Διηπειρωτικά (1964, 1965), 18 πρωταθλήματα Ιταλίας (1910, 1920, 1930, 1938, 1940, 1953, 1954, 1963, 1965, 1966, 1971, 1980, 1989, 2006, 2007, 2008, 2009, 2010) και 7 Κύπελλα Ιταλίας (1939, 1978, 1982, 2005, 2006, 2010, 2011).