Τού Νίκου Μαστοράκη: - ΚΟΥΪΖΑΡΑ ΣΟΥΡΕΑΛΑ
2014-05-03 20:09
Καλησπερα, μικρα μου. Βαθυτατος γνωστης του Σαββατοβραδου, παραδοσιακα "βγασιαρας" μερας, "εξόδου" κατα τα ελληνικα στρατά, αποφασιζω να ειμαι εντος, σιχαινομενος την εξοδο των μυρίων (αν ακομη υπαρχουν) και τις αδιακριτες μουρες τριγυρω μου να μετρουν τις μπουκιες μου. Κι επειδη αρκετοι σκεπτομενοι απο σας (τη φουμπουκικη μου οικογενεια) επιλεγουν τον ιδιο τροπο εσωτερικης καυσης αδρεναλινης και [αρα] μενουν μεσα, ειπα να σας δωσω ενα ακομη κουϊζακι-αρα, αυτη τη φορα πολυ ομως πιο λογοτενχικο-ψυχαγωγικο. Διαβαστε, λοιπον, την σουρεάλα ιστορια που ακολουθει και βρειτε ποιο ειναι το ενα κοινο στοιχειο σε ολο το κειμενο. Ο πρωτος παιρνει chapeau tres jolie και αν εισαστε πολλοι οι νικητες, ο γαλαντομος οικοδεποτς μπορει να δως' κι αλλο ενα.
Ξυπνησε μαχμουρλής, μουφλουζης και μπαιλντισμενος και πηρε ενα χαπι να σηκωθει και να ξεφυγει απ’ το χουζουρι. Αρπαξε ενα ζουμερο γιαρμά για πρωϊνο. Θυμοταν ακομη το γλεντι με γιουβαρλακια, μουσακά, γκιουβετσι και μεζεδες, τον παληοφιλο τον χασαπη, το γουρι του, οπως τον ελεγε, με το γιλεκο και το γιορντανι στο λαιμο, κι ενα χαντζαρι στο χερι – εκει κοντα στο γιουσουρουμ. Το’χε γινατι που δεν μπορουσε να του χαλασει χατιρι, του χαφιέ του μαναβη, με την κολωνια γιασεμί, να σηκωνει το γιακά και να πηγαινει στο γιαπί πρωϊ πρωϊ και να μην τον παιρνει κανεις χαμπαρι. Μεχρι που εκαναν γιουρουσι οι μπασκινες με το μαρκουτσι στο χερι και μυρισε μπαρουτη. Το ’φαγε το μπερνταχι του ο μουρνταρης, κι ας φωναζε «θα σας σκισω σαν χασέ, κωλονταηδες».
Ο μπαντζανακης του ηταν ντίπ μουρλός. Δεν ειχε κερδισει ποτε του, ουτε στις γιαντες, αλλα τον μπεζαχτά του τον ειχε κανει, με καποιο μπουλούκι στην επαρχία, μεχρι να παθει χουνερι σ’ ενα κρυφο μπαρμπουτι, οπου εχασε τα σωβρακα του και μια παλια μαουνα που του ’χε αφησει ο πατριος του ο Θανασαρας ο Μπαγιατικος. Του την πηραν τη μαουνα, μερα μεσημερι με μελτεμι και το ’μαθε ολος ο ντουνιάς πως του Μητσου του Μπαμια του ’βαλε γκεμι η συμμορια και τον ετρεχε. Καταπιε τη γλωσσα του, δεν ειπε τιποτα κι εστριψε στο πρωτο σοκακι. Μια μπαλα εκανε γκελ, βαρεσε στα φρεσκα μερεμετια του τοιχου και χαθηκε στο νταλα μεσημερι. Τι κι αν τον ειπαν νταβατζη, τι κι αν εμεινε μπατιρης ο Μανωλης ο μπεκρης.
Μεγαλος μπελας η μπεμπεκα. Μπιτ για μπιτ τρελοθηλυκο, αντι να του κραταει τα μποσικα, μονο με τη ντουντουκα δεν βγηκε να τον πει κοντο, ποιον, τον Αριστο που καμαρωνε για πρωτο μπόι, με τη καραμπογιά στο μαλλί. Ασε πια το ναζι της, οταν εβαζε το μπρικι στη φωτια κι οταν εσκυβε πανω απ’ το ταψι με τον μπακλαβα. Ντουγρου για τον μπαγλαμα του ο Αριστος, να παιξει και να του φυγει ο νταλκάς. Και να τραγουδαει στιχακια του Παλαμά «μου τρωει γιαγκινι την καρδια και το κορμι μαραζι», πλαϊ στο μαγκαλι, με μια κοκκινη ντοματα κομμενη στα τεσσερα και μια πρεζα αλατι πανω στο μουσαμά. Και να γινεται ντεφι για παρτη της, ο μπουνταλάς και να τον κλαινε κι οι ρεγγες. Νταβατουρι να γινεται.
Ξυπνησε μαχμουρλής, μουφλουζης και μπαιλντισμενος και πηρε ενα χαπι να σηκωθει και να ξεφυγει απ’ το χουζουρι. Αρπαξε ενα ζουμερο γιαρμά για πρωϊνο. Θυμοταν ακομη το γλεντι με γιουβαρλακια, μουσακά, γκιουβετσι και μεζεδες, τον παληοφιλο τον χασαπη, το γουρι του, οπως τον ελεγε, με το γιλεκο και το γιορντανι στο λαιμο, κι ενα χαντζαρι στο χερι – εκει κοντα στο γιουσουρουμ. Το’χε γινατι που δεν μπορουσε να του χαλασει χατιρι, του χαφιέ του μαναβη, με την κολωνια γιασεμί, να σηκωνει το γιακά και να πηγαινει στο γιαπί πρωϊ πρωϊ και να μην τον παιρνει κανεις χαμπαρι. Μεχρι που εκαναν γιουρουσι οι μπασκινες με το μαρκουτσι στο χερι και μυρισε μπαρουτη. Το ’φαγε το μπερνταχι του ο μουρνταρης, κι ας φωναζε «θα σας σκισω σαν χασέ, κωλονταηδες».
Ο μπαντζανακης του ηταν ντίπ μουρλός. Δεν ειχε κερδισει ποτε του, ουτε στις γιαντες, αλλα τον μπεζαχτά του τον ειχε κανει, με καποιο μπουλούκι στην επαρχία, μεχρι να παθει χουνερι σ’ ενα κρυφο μπαρμπουτι, οπου εχασε τα σωβρακα του και μια παλια μαουνα που του ’χε αφησει ο πατριος του ο Θανασαρας ο Μπαγιατικος. Του την πηραν τη μαουνα, μερα μεσημερι με μελτεμι και το ’μαθε ολος ο ντουνιάς πως του Μητσου του Μπαμια του ’βαλε γκεμι η συμμορια και τον ετρεχε. Καταπιε τη γλωσσα του, δεν ειπε τιποτα κι εστριψε στο πρωτο σοκακι. Μια μπαλα εκανε γκελ, βαρεσε στα φρεσκα μερεμετια του τοιχου και χαθηκε στο νταλα μεσημερι. Τι κι αν τον ειπαν νταβατζη, τι κι αν εμεινε μπατιρης ο Μανωλης ο μπεκρης.
Μεγαλος μπελας η μπεμπεκα. Μπιτ για μπιτ τρελοθηλυκο, αντι να του κραταει τα μποσικα, μονο με τη ντουντουκα δεν βγηκε να τον πει κοντο, ποιον, τον Αριστο που καμαρωνε για πρωτο μπόι, με τη καραμπογιά στο μαλλί. Ασε πια το ναζι της, οταν εβαζε το μπρικι στη φωτια κι οταν εσκυβε πανω απ’ το ταψι με τον μπακλαβα. Ντουγρου για τον μπαγλαμα του ο Αριστος, να παιξει και να του φυγει ο νταλκάς. Και να τραγουδαει στιχακια του Παλαμά «μου τρωει γιαγκινι την καρδια και το κορμι μαραζι», πλαϊ στο μαγκαλι, με μια κοκκινη ντοματα κομμενη στα τεσσερα και μια πρεζα αλατι πανω στο μουσαμά. Και να γινεται ντεφι για παρτη της, ο μπουνταλάς και να τον κλαινε κι οι ρεγγες. Νταβατουρι να γινεται.