ΕΡ: Πότε ανοίξατε την εταιρία σας;
Κώστας Ρουμελιώτης: Το 1997.
ΕΡ: Τι προϊόντα πουλάτε στη Ρωσία;
ΑΠ: Κυρίως ελιά, και ακολούθως, φέτα και λάδι. Η φέτα, ως ένα πολύ ποιοτικό προϊόν, αποφέρει πολύ καλά έσοδα, ενώ η ελιά έχει μεγάλο όγκο πωλήσεων.
ΕΡ: Ποιά φέτα προτιμούν οι ρώσοι;
ΧΡΗΣΙΜΑ
8,5 ευρώ
Στη Ρωσία, είναι η μέση τιμή για το μισό λίτρο του ελληνικού λαδιού πρώτης απόσταξης
12 ευρώ
Μέση τιμή μιας συσκευασίας με ελληνική φέτα (μισό κιλό)
11 ευρώ
Η μέση τιμή μιας συσκευασίας μισού λίτρου με ελιές Καλαμάτας, στις οπιοίες δείχνουν μεγάλη προτίμηση οι Ρώσοι
ΑΠ: Κυρίως αυτή που γνωρίζουν. Υπάρχει μεγάλη διαφήμιση από γερμανικές εταιρίες που προωθούν φθηνότερα είδη φέτας. Οι Ρώσοι που έχουν την οικονομική δυνατότητα, αγοράζουν την ελληνική.
ΕΡ: Πιστεύετε ότι τα ελληνικά προϊόντα είναι για τους πλούσιους Ρώσους;
ΑΠ: Σίγουρα, από τη μεσαία τάξη και πάνω.
ΕΡ: Πουλάτε μόνο στη Μόσχα ή σε όλη τη Ρωσία;
ΑΠ: Σε όλη τη Ρωσία. Οι πωλήσεις είναι πολύ καλές στην κεντρική και βόρεια Ρωσία, ειδικά σε πόλεις με πολλούς ευκατάστατους πολίτες, όπως το Τιουμέν, Αικατερινμπούργκ, Ιρκούτσκ, Χαντι-Μανσίησκ. Η Νότια Ρωσία έχει βέβαια τα δικά της προϊόντα, όπως καλά τοπικά τυριά, τα οποία ο κόσμος έχει συνηθίσει και γι’ αυτό δεν ενδιαφέρεται για τη φέτα. Ενώ στη Σιβηρία και την Κεντρική Ρωσία, δεν παράγονται προϊόντα ανάλογα με τα δικά μας.
ΕΡ: Ποια είναι η θέση των ελληνικών προϊόντων στη ρωσική αγορά, σε σχέση με τα ιταλικά, ισπανικά, τουρκικά;
ΑΠ: Σε σχέση με την Ιταλία είμαστε πιο φτηνοί, αλλά οι Ιταλοί προωθούν πολύ καλά το εμπόρευμά τους. Ενώ μπορεί να πωλούν ακόμη και ελληνικές ελιές και ελληνικό λάδι, η συσκευασία τους είναι πολύ όμορφη, και αυτό είναι κάτι που μετράει στη Ρωσία.
Σε σύγκριση με την Ισπανία, η Ελλάδα είναι πιο ακριβή. Οι Ισπανοί έχουν ως σύμμαχό τους τις φτηνές τιμές και τη μεγάλη διαφήμιση.
ΕΡ: Και η ποιότητα του ισπανικού λαδιού...;
Η Ιταλία, αν και ακριβότερη, προωθεί καλύτερα από την Ελλάδα το εμπόρευμά της. H Ισπανία είναι φτηνότερη και κάνει πολύ διαφήμιση
ΑΠ: Είναι διαφορετικές ποιότητες. Όπως διαφέρουν το ρωσικό χαβιάρι και η ρωσική βότκα από τα αντίστοιχα προϊόντα άλλων χωρών. Από γεύση όμως το ισπανικό λάδι υπολείπεται του ελληνικού.
ΕΡ: Είναι οικονομικοί ή πολιτικοί οι λόγοι που η Ελλάδα δεν διαθέτει κάτι ανάλογο;
ΑΠ: Νομίζω ότι είναι περισσότερο θέμα ενδιαφέροντος. Εμείς σαν χώρα έχουμε καλό κλίμα, ωραία φαγητά, θάλασσα, και πολιτισμό, τα οποία ωστόσο για άγνωστο λόγο δεν τα προωθούμε.
Πάρα πολλοί Ρώσοι αγαπούν και επισκέπτονται τη χώρα μας, αλλά η Ελλάδα δεν το εκμεταλλεύεται αυτό ώστε να προωθήσει το προϊόν της σωστά. Αν είχαμε μια βοήθεια από την Ελλάδα, τότε θα κάναμε πάρα πολλά.
ΕΡ: Εσάς σας βοηθάει το ελληνικό κράτος;
ΑΠ: Όχι, καθόλου.
ΕΡ: Τι θα συμβουλεύατε κάποιον που θέλει να βγει στη ρωσική αγορά; Από που να ξεκινήσει;
ΑΠ: Πρέπει να βρει έναν αντιπρόσωπο στη Ρωσία, ο οποίος θα ενδιαφερθεί για το εμπόρευμά του, ώστε να μπει σιγά-σιγά στην αγορά. Αν το προϊόν του γίνει γνωστό στη Ρωσία, τότε μπορεί να διευρύνει τις πωλήσεις του.
Πολλοί όμως δεν ρισκάρουν να αφήσουν την Ελλάδα και την οικογένειά τους, την επιχείρησή τους. Στη Ρωσία έρχονται συνήθως οι μεταπωλητές.
ΕΡ: Τελικά, έχουν έρθει κάποιες έστω μικρές ελληνικές εταιρίες στη Ρωσία;
ΑΠ: Ναι. Αυτή τη στιγμή είμαστε συνολικά 14 εταιρίες.
ΕΡ: Ποιά είναι τα θετικά και ποιές οι δυσκολίες για αυτές;
Η Τουρκία αποτελεί έναν επικίνδυνο ανταγωνιστή, τη στιγμή που το ελληνικό κράτος δεν στηρίζει ιδιαίτερα τις εξαγωγές ελαιόλαδου
ΑΠ: Το θετικό είναι ότι οι ελληνικές εταιρίες, στις συνθήκες της κρίσης, βρίσκουν εδώ μια διέξοδο, βλέπουν ότι υπάρχει μια καλή αγορά για τα προϊόντα τους.
Το δύσκολο είναι να εδραιωθούν και να επεκταθούν ώστε να έχουν μεγαλύτερα κέρδη. Για να δραστηριοποιηθεί ένας Έλληνας στη Ρωσία χρειάζονται επενδύσεις, διαφήμιση, γραφείο, προσωπικό, αποθήκη, εκτελωνισμός. Μόνο οι μεγάλες εταιρίες μπορούν να το κάνουν. Η ρωσική αγορά πάντως, είναι δύσκολη.Παίζει ρόλο βέβαια και το ότι οι Ισπανοί και οι Ιταλοί έχουν μπει στην αγορά πολύ πριν από μας, έχουν μεγάλη ποικιλία προϊόντων, και το κυριότερο, έχουν τη στήριξη των κρατών τους στην προώθηση των προϊόντων τους.
ΕΡ: Τουρισμός και ελληνικά προϊόντα πάνε μαζί;
ΑΠ: Ναι, οι Ρώσοι όταν πηγαίνουν στην Ελλάδα αγοράζουν πολλά ελληνικά προϊόντα. Αλλά και εδώ, όταν τα βρουν. Αρκεί να έχουν την ελληνική ετικέτα!
ΑΠ: Η ζωή -ευτυχώς ή δυστυχώς- σε υποχρεώνει να βρίσκεσαι εκεί που είναι η δουλειά σου. Γίνεται η πατρίδα σου κατά κάποιο τρόπο. Είμαι στη Ρωσία, όπου έχω δημιουργήσει ένα όνομα.ΕΡ: Μένετε στη Μόσχα λόγω της δουλειάς σας;
ΕΡ: Έχετε οικογένεια;
ΑΠ: Έχω 5 παιδιά. Τέσσερα δικά μου, και ένα που μεγαλώνω από μικρό παιδί. Τα 3 είναι στην Ελλάδα, και τα άλλα 2 μαζί μου εδώ.
ΕΡ: Τι σας δίνει η Ρωσία;
ΑΠ: Η Ρωσία μου δίνει πολλή δύναμη και ενέργεια. Βλέπεις ότι τα πάντα είναι μεγάλα -τα κτίρια, οι δρόμοι, τα μαγαζιά- βλέπεις τα πολλά αυτοκίνητα, την αδιάκοπη κίνηση του κόσμου. Όλη αυτή η εικόνα σε επηρεάζει και θέλεις να κάνεις κι' εσύ πολλά, και να φτάσεις ψηλά.
Μύθοι και πραγματικότητα
Ανέκαθεν η ρωσική αγορά φάνταζε στους ξένους «απόκρυφη», με πολλούς μύθους να πλέκονται γύρω της. Ένας από τους μεγαλύτερους είναι ότι πρόκειται για μια τεράστια αγορά που ακόμη δεν έχει αξιοποιηθεί. Είναι γεγονός ότι στον πολιτικό χάρτη του κόσμου η Ρωσία καταλαμβάνει το 1/7 της ηπειρωτικής γης, αλλά στη Σιβηρία που αποτελεί τα 3/4 του ρωσικού εδάφους, κατοικεί λιγότερο από το 25% του πληθυσμού της χώρας. Οι επιχειρήσεις αναπτύσσονται πιο αποτελεσματικά στο ευρωπαϊκό τμήμα της χώρας, ενώ στις υπόλοιπες περιοχές οι υποδομές δεν βρίσκονται στο επιθυμητό επίπεδο. Το ευρωπαϊκό τμήμα της Ρωσίας όμως, και ιδιαίτερα οι περιοχές της Μόσχας και της Αγίας Πετρούπολης, έχει γίνει από καιρό μια ζώνη υψηλότατου ανταγωνισμού. Στα σούπερ μάρκετ της Ρωσίας εκτίθεται σε μόνιμη βάση προς πώληση παρθένο ελαιόλαδο από διάφορες χώρες. Εφόσον στην ετικέτα οι πληροφορίες που αναφέρονται είναι σχεδόν ταυτόσημες, ο καταναλωτής επιλέγει το φθηνότερο.
